Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk through
01
συζητώ διεξοδικά, μιλάω μέσω
to discuss thoroughly and understand all the details of something
Transitive: to talk through sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk through
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks through
ενεστώτα μετοχή
talking through
απλός αόριστος
talked through
παθητική μετοχή
talked through
Παραδείγματα
Let's talk through the steps for implementing this new process.
Ας συζητήσουμε λεπτομερώς τα βήματα για την εφαρμογή αυτής της νέας διαδικασίας.



























