Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take away from
[phrase form: take]
01
μειώνω, ελαττώνω την αξία
to reduce the value or importance of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away from
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take away from
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes away from
ενεστώτα μετοχή
taking away from
απλός αόριστος
took away from
παθητική μετοχή
taken away from
Παραδείγματα
The minor errors did n’t take away from the overall success of the project.
Τα μικρά λάθη δεν μείωσαν τη συνολική επιτυχία του έργου.



























