to take away from
take
ˈteɪk
teik
a
ə
ē
way
weɪ
vei
from
frɒm
from

Ορισμός και σημασία του "take away from"στα αγγλικά

to take away from
01

μειώνω, ελαττώνω την αξία

to reduce the value or importance of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away from
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take away from
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes away from
ενεστώτα μετοχή
taking away from
απλός αόριστος
took away from
παθητική μετοχή
taken away from
Παραδείγματα
The loud music took away from the enjoyment of the dinner. 

Η δυνατή μουσική αφαίρεσε από την απόλαυση του δείπνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store