Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take along
01
παίρνω μαζί, φέρνω μαζί
to bring someone or something with one when going somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take along
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes along
ενεστώτα μετοχή
taking along
απλός αόριστος
took along
παθητική μετοχή
taken along
Παραδείγματα
She took her little brother along to the park.
Πήρε μαζί της τον μικρό της αδελφό στο πάρκο.



























