Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take along
[phrase form: take]
01
παίρνω μαζί, φέρνω μαζί
to bring someone or something with one when going somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take along
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes along
ενεστώτα μετοχή
taking along
απλός αόριστος
took along
παθητική μετοχή
taken along
Παραδείγματα
Take your friend along to the movie night.
Πάρε τον φίλο σου μαζί σου στη βραδιά κινηματογράφου.



























