to take along
take
ˈteɪk
teik
a
ə
ē
long
lɒng
long

Ορισμός και σημασία του "take along"στα αγγλικά

to take along
01

παίρνω μαζί, φέρνω μαζί

to bring someone or something with one when going somewhere 
to take along definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take along
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes along
ενεστώτα μετοχή
taking along
απλός αόριστος
took along
παθητική μετοχή
taken along
Παραδείγματα
She took her little brother along to the park. 

Πήρε μαζί της τον μικρό της αδελφό στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store