Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to store up
01
συσσωρεύω, αποθηκεύω
to memorize information with the intention of sharing it later
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
store
ενεστώτας
store up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stores up
ενεστώτα μετοχή
storing up
απλός αόριστος
stored up
παθητική μετοχή
stored up
Παραδείγματα
She liked to store up interesting facts throughout the week to share with her friends on the weekend.
Της άρεσε να συσσωρεύει ενδιαφέροντα γεγονότα κατά τη διάρκεια της εβδομάδας για να τα μοιράζεται με τους φίλους της το σαββατοκύριακο.



























