Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to store up
[phrase form: store]
01
συσσωρεύω, αποθηκεύω
to memorize information with the intention of sharing it later
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
store
ενεστώτας
store up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stores up
ενεστώτα μετοχή
storing up
απλός αόριστος
stored up
παθητική μετοχή
stored up
Παραδείγματα
Children often store up amusing stories to tell their parents when they come home from school.
Τα παιδιά συχνά αποθηκεύουν αστεία ιστορίες για να τις πούν στους γονείς τους όταν γυρίζουν από το σχολείο.



























