Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stamp on
01
καταστέλλω, εξοντώνω
to forcefully eliminate something that is disapproved of or unwanted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
stamp
ενεστώτας
stamp on
γ΄ ενικό πρόσωπο
stamps on
ενεστώτα μετοχή
stamping on
απλός αόριστος
stamped on
παθητική μετοχή
stamped on
Παραδείγματα
The campaign sought to stamp on misinformation by promoting fact-checking and media literacy.
Η καμπάνια επιδίωξε να εξαλείψει την παραπληροφόρηση προωθώντας τον έλεγχο των γεγονότων και την παιδεία στα μέσα.



























