Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sprout up
01
βλαστάνω, αναδύομαι σαν μανιτάρια
to experience a rapid and unexpected emergence of a significant number of things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
sprout
ενεστώτας
sprout up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sprouts up
ενεστώτα μετοχή
sprouting up
απλός αόριστος
sprouted up
παθητική μετοχή
sprouted up
Παραδείγματα
The organization sprouted up new branches, extending its reach to different corners of the country.
Ο οργανισμός βλάστησε νέα υποκαταστήματα, επεκτείνοντας την εμβέλειά του σε διαφορετικές γωνιές της χώρας.



























