Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sprout up
[phrase form: sprout]
01
βλαστάνω, αναδύομαι σαν μανιτάρια
to experience a rapid and unexpected emergence of a significant number of things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
sprout
ενεστώτας
sprout up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sprouts up
ενεστώτα μετοχή
sprouting up
απλός αόριστος
sprouted up
παθητική μετοχή
sprouted up
Παραδείγματα
As we speak, new ideas and initiatives are sprouting up across the industry.
Καθώς μιλάμε, νέες ιδέες και πρωτοβουλίες αναδύονται σε όλη τη βιομηχανία.



























