Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slog away
[phrase form: slog]
01
δουλεύω σκληρά, ιδρώνω αίμα
to work persistently, often for an extended period and to achieve a goal or complete a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
slog
ενεστώτας
slog away
γ΄ ενικό πρόσωπο
slogs away
ενεστώτα μετοχή
slogging away
απλός αόριστος
slogged away
παθητική μετοχή
slogged away
Παραδείγματα
Undeterred by setbacks, she continued to slog away at her fitness routine, determined to reach her goals.
Ανεπηρέαστη από τις αναποδιές, συνέχισε να δουλεύει σκληρά στη ρουτίνα γυμναστικής της, αποφασισμένη να φτάσει τους στόχους της.



























