to slog away
slog
slɒg
slog
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "slog away"στα αγγλικά

to slog away
01

δουλεύω σκληρά, ιδρώνω αίμα

to work persistently, often for an extended period and to achieve a goal or complete a task 
to slog away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
slog
ενεστώτας
slog away
γ΄ ενικό πρόσωπο
slogs away
ενεστώτα μετοχή
slogging away
απλός αόριστος
slogged away
παθητική μετοχή
slogged away
Παραδείγματα
The team slogged away on the construction site to meet the tight deadline. 

Η ομάδα δούλεψε σκληρά στο εργοτάξιο για να συμβαδίσει με το σφιχτό προθεσμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store