Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slog away
01
δουλεύω σκληρά, ιδρώνω αίμα
to work persistently, often for an extended period and to achieve a goal or complete a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
slog
ενεστώτας
slog away
γ΄ ενικό πρόσωπο
slogs away
ενεστώτα μετοχή
slogging away
απλός αόριστος
slogged away
παθητική μετοχή
slogged away
Παραδείγματα
The team slogged away on the construction site to meet the tight deadline.
Η ομάδα δούλεψε σκληρά στο εργοτάξιο για να συμβαδίσει με το σφιχτό προθεσμία.



























