Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slam down
[phrase form: slam]
01
χτυπώ με δύναμη, καταθέτω βίαια
to forcefully put something down
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
slam
ενεστώτας
slam down
γ΄ ενικό πρόσωπο
slams down
ενεστώτα μετοχή
slamming down
απλός αόριστος
slammed down
παθητική μετοχή
slammed down
Παραδείγματα
He slammed the door down in a fit of rage, startling everyone in the room.
Έκλεισε βίαια την πόρτα σε μια έκρηξη οργής, τρομάζοντας όλους στο δωμάτιο.



























