to slam down
slam
slam
slam
down
daʊn
dawn

Ορισμός και σημασία του "slam down"στα αγγλικά

to slam down
01

χτυπώ με δύναμη, καταθέτω βίαια

to forcefully put something down 
to slam down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
slam
ενεστώτας
slam down
γ΄ ενικό πρόσωπο
slams down
ενεστώτα μετοχή
slamming down
απλός αόριστος
slammed down
παθητική μετοχή
slammed down
Παραδείγματα
Frustrated with the call, he slammed down the phone and walked away. 

Απογοητευμένος από την κλήση, έκλεισε βίαια το τηλέφωνο και έφυγε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store