Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to side against
[phrase form: side]
01
αντιτίθεμαι σε, παίρνω το αντίθετο μέρος
to oppose a person or group in an argument and take a contrary stance or position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
side
ενεστώτας
side against
γ΄ ενικό πρόσωπο
sides against
ενεστώτα μετοχή
siding against
απλός αόριστος
sided against
παθητική μετοχή
sided against
Παραδείγματα
To protect her interests, she decided to side her opinions against those of her colleagues.
Για να προστατεύσει τα συμφέροντά της, αποφάσισε να αντιταχθεί στις απόψεις των συναδέλφων της.



























