Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shine through
01
διαφαίνομαι, προβάλλω
(of a noticeable and positive attribute) to become apparent
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
shine
ενεστώτας
shine through
γ΄ ενικό πρόσωπο
shines through
ενεστώτα μετοχή
shining through
απλός αόριστος
shone through
παθητική μετοχή
shone through
Παραδείγματα
His dedication to his work shines through in every project he undertakes.
Η αφοσίωσή του στη δουλειά του διαφαίνεται σε κάθε έργο που αναλαμβάνει.



























