Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run around after
run round after
run about after
to run around after
01
τρέχω γύρω από, ασχολούμαι με
to help someone with tasks they should handle independently
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around after
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run around after
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs around after
ενεστώτα μετοχή
running around after
απλός αόριστος
ran around after
παθητική μετοχή
run around after
Παραδείγματα
She's tired of running around after her grown son, who should be more independent.
Έχει κουραστεί να τρέχει πίσω από τον ενήλικο γιο της, που θα έπρεπε να είναι πιο ανεξάρτητος.
02
τρέχω πίσω από, ακολουθώ συνεχώς
to follow someone or something constantly
Παραδείγματα
The dog ran round after its tail, a comical sight that always made the kids laugh.
Ο σκύλος έτρεχε γύρω από την ουρά του, μια κωμική σκηνή που πάντα έκανε τα παιδιά να γελούν.



























