Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ride on
01
εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε
to achieve success or progress based on the outcome of a particular situation or circumstance
Transitive: to ride on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
ride
ενεστώτας
ride on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rides on
ενεστώτα μετοχή
riding on
απλός αόριστος
rode on
παθητική μετοχή
ridden on
Παραδείγματα
His entire career success rides on the outcome of this project.
Ολόκληρη η επιτυχία της καριέρας του εξαρτάται από το αποτέλεσμα αυτού του έργου.



























