Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to refer to
01
αναφέρομαι σε, αποτελώ αναφορά σε
to have a connection with a particular person or thing
Transitive: to refer to sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
refer
ενεστώτας
refer to
γ΄ ενικό πρόσωπο
refers to
ενεστώτα μετοχή
referring to
απλός αόριστος
referred to
παθητική μετοχή
referred to
Παραδείγματα
The artist's paintings often refer to nature and its beauty.
Οι πίνακες του καλλιτέχνη συχνά αναφέρονται στη φύση και την ομορφιά της.
02
αναφέρομαι σε, αναφέρω
to mention or discuss someone or something
Transitive: to refer to a topic
Παραδείγματα
She didn't want to directly refer to the sensitive topic, so she chose her words carefully.
Δεν ήθελε να αναφερθεί άμεσα στο ευαίσθητο θέμα, γι' αυτό επέλεξε προσεκτικά τις λέξεις της.



























