to refer to
re
ri
fer
ˈfɜ:
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "refer to"στα αγγλικά

to refer to
01

αναφέρομαι σε, αποτελώ αναφορά σε

to have a connection with a particular person or thing 
Transitive: to refer to sth
to refer to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
refer
ενεστώτας
refer to
γ΄ ενικό πρόσωπο
refers to
ενεστώτα μετοχή
referring to
απλός αόριστος
referred to
παθητική μετοχή
referred to
Παραδείγματα
The artist's paintings often refer to nature and its beauty. 

Οι πίνακες του καλλιτέχνη συχνά αναφέρονται στη φύση και την ομορφιά της.

02

αναφέρομαι σε, αναφέρω

to mention or discuss someone or something 
Transitive: to refer to a topic
to refer to definition and meaning
Παραδείγματα
She didn't want to directly refer to the sensitive topic, so she chose her words carefully. 

Δεν ήθελε να αναφερθεί άμεσα στο ευαίσθητο θέμα, γι' αυτό επέλεξε προσεκτικά τις λέξεις της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store