Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put down to
[phrase form: put]
01
αποδίδω σε, αναφέρω σε
to attribute something to a particular cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down to
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put down to
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts down to
ενεστώτα μετοχή
putting down to
απλός αόριστος
put down to
παθητική μετοχή
put down to
Παραδείγματα
They put the team ’s success down to hard work and dedication.
Αποδίδουν την επιτυχία της ομάδας στη σκληρή δουλειά και αφοσίωση.



























