Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put by
01
αποταμιεύω, φυλάω
to save money for future use or needs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put by
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts by
ενεστώτα μετοχή
putting by
απλός αόριστος
put by
παθητική μετοχή
put by
Παραδείγματα
Every month, she puts a small amount by for her retirement.
Κάθε μήνα, αποταμιεύει ένα μικρό ποσό για τη σύνταξή της.
02
αποθηκεύω, διατηρώ
to store food for later use by preserving it through methods like canning, freezing, or drying
Παραδείγματα
Every autumn, she puts tomatoes by for the winter by canning them.
Κάθε φθινόπωρο, αποθηκεύει ντομάτες για το χειμώνα κονσερβοποιώντας τες.
03
κάνω απαλά, κάνω διακριτικά
to do an action subtly without being noticed
Παραδείγματα
She managed to put the note by without anyone noticing.
Κατάφερε να περάσει το σημείωμα χωρίς να το παρατηρήσει κανείς.
04
επιτηδευμένα να βυθιστεί στην ακτή, κατευθύνει προς την ακτή
(of a ship or boat) to intentionally run at the shoreline to avert a collision
Παραδείγματα
After the engine failure, the crew put by, grounding the vessel safely on the beach.
Μετά την αστοχία του κινητήρα, το πλήρωμα προσέγγισε την ακτή, αγκυροβολώντας το σκάφος με ασφάλεια στην παραλία.



























