Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push over
01
ρίχνω, σπρώχνω να πέσει
to cause someone or something to fall by applying force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push over
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes over
ενεστώτα μετοχή
pushing over
απλός αόριστος
pushed over
παθητική μετοχή
pushed over
Παραδείγματα
He accidentally bumped into the vase and pushed it over.
Χτύπησε κατά λάθος το βάζο και το ανέτρεψε.



























