Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pull to
01
τραβώ, κλείνω τραβώντας
to close a door or window by drawing it toward oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
pull
ενεστώτας
pull to
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulls to
ενεστώτα μετοχή
pulling to
απλός αόριστος
pulled to
παθητική μετοχή
pulled to
Παραδείγματα
Feeling a draft, he got up and pulled the back door to.
Αισθανόμενος ένα ρεύμα, σηκώθηκε και έκλεισε την πίσω πόρτα.
02
τραβώ προς, φέρω σε
to drag or guide someone or something to a position
Παραδείγματα
With all her might, she pulled the couch to the opposite wall.
Με όλη της τη δύναμη, τράβηξε τον καναπέ στον απέναντι τοίχο.



























