to provide for
pro
prə
prē
vide
ˈvaɪd
vaid
for
fɔ:
faw

Ορισμός και σημασία του "provide for"στα αγγλικά

to provide for
01

προβλέπω, εξασφαλίζω

to promise or cause things to happen or exist in the future 
to provide for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
provide
ενεστώτας
provide for
γ΄ ενικό πρόσωπο
provides for
ενεστώτα μετοχή
providing for
απλός αόριστος
provided for
παθητική μετοχή
provided for
Παραδείγματα
The contract provides for a three-month notice period before termination. 

Η σύμβαση προβλέπει περίοδο ειδοποίησης τριών μηνών πριν από τη λήξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store