Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to provide for
[phrase form: provide]
01
προβλέπω, εξασφαλίζω
to promise or cause things to happen or exist in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
provide
ενεστώτας
provide for
γ΄ ενικό πρόσωπο
provides for
ενεστώτα μετοχή
providing for
απλός αόριστος
provided for
παθητική μετοχή
provided for
Παραδείγματα
The constitution provides for the right to freedom of speech and expression.
Το σύνταγμα προβλέπει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης.



























