Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to provide for
01
προβλέπω, εξασφαλίζω
to promise or cause things to happen or exist in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
provide
ενεστώτας
provide for
γ΄ ενικό πρόσωπο
provides for
ενεστώτα μετοχή
providing for
απλός αόριστος
provided for
παθητική μετοχή
provided for
Παραδείγματα
The contract provides for a three-month notice period before termination.
Η σύμβαση προβλέπει περίοδο ειδοποίησης τριών μηνών πριν από τη λήξη.



























