Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prey on
01
θηρεύω, τρώω
to hunt, capture, and eat other animals as a means of survival
Transitive: to prey on an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
prey
ενεστώτας
prey on
γ΄ ενικό πρόσωπο
preys on
ενεστώτα μετοχή
preying on
απλός αόριστος
preyed on
παθητική μετοχή
preyed on
Παραδείγματα
Lions prey on zebras in the wild.
Οι λιοντάρια θηρεύουν τις ζέβρες στην άγρια φύση.
02
εκμεταλλεύομαι, θηρεύω
to take advantage of those who are vulnerable or easily fooled
Transitive: to prey on a person or their vulnerabilities
Παραδείγματα
Opportunistic thieves often prey on tourists who might be unaware of local dangers.
Οι ευκαιριακοί κλέφτες συχνά εκμεταλλεύονται τουρίστες που μπορεί να μην γνωρίζουν τους τοπικούς κινδύνους.



























