Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prey on
[phrase form: prey]
01
θηρεύω, τρώω
to hunt, capture, and eat other animals as a means of survival
Transitive: to prey on an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
prey
ενεστώτας
prey on
γ΄ ενικό πρόσωπο
preys on
ενεστώτα μετοχή
preying on
απλός αόριστος
preyed on
παθητική μετοχή
preyed on
Παραδείγματα
Some snakes prey on eggs, swallowing them whole.
Μερικά φίδια τρώγουν αυγά, καταπίνουν τα ολόκληρα.
02
εκμεταλλεύομαι, θηρεύω
to take advantage of those who are vulnerable or easily fooled
Transitive: to prey on a person or their vulnerabilities
Παραδείγματα
Con artists prey on the elderly, often deceiving them out of their savings.
Οι απατεώνες εκμεταλλεύονται τους ηλικιωμένους, συχνά εξαπατώντας τους για να πάρουν τις αποταμιεύσεις τους.



























