Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pore over
01
εξετάζω προσεκτικά, μελετώ ενδελεχώς
to examine something closely and attentively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
pore
ενεστώτας
pore over
γ΄ ενικό πρόσωπο
pores over
ενεστώτα μετοχή
poring over
απλός αόριστος
pored over
παθητική μετοχή
pored over
Παραδείγματα
As the exam neared, he pored over his notes every night.
Καθώς πλησίαζε η εξέταση, μελετούσε προσεκτικά τις σημειώσεις του κάθε βράδυ.



























