Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to point towards
01
δείχνω, υποδεικνύω
to indicate that something is likely or true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
point
ενεστώτας
point towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
points towards
ενεστώτα μετοχή
pointing towards
απλός αόριστος
pointed towards
παθητική μετοχή
pointed towards
Παραδείγματα
The research findings point towards a need for a new approach.
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν προς την ανάγκη για μια νέα προσέγγιση.



























