Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to point towards
[phrase form: point]
01
δείχνω, υποδεικνύω
to indicate that something is likely or true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
point
ενεστώτας
point towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
points towards
ενεστώτα μετοχή
pointing towards
απλός αόριστος
pointed towards
παθητική μετοχή
pointed towards
Παραδείγματα
The data collected points towards a decline in wildlife populations in the area.
Τα συλλεχθέντα δεδομένα δείχνουν μια μείωση των πληθυσμών άγριας ζωής στην περιοχή.



























