Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pay into
[phrase form: pay]
01
καταθέτω, πληρώνω σε
to deposit money into a bank account, especially for the purpose of saving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay into
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays into
ενεστώτα μετοχή
paying into
απλός αόριστος
paid into
παθητική μετοχή
paid into
Παραδείγματα
He pays $ 200 into his retirement fund each paycheck.
Αυτός καταθέτει 200 δολάρια στο ταμείο συνταξιοδότησής του με κάθε μισθό.



























