to pay into
pay
ˈpeɪ
πει
in
ɪn
ιν
to
tu:
του

Ορισμός και σημασία του "pay into"στα αγγλικά

to pay into
01

καταθέτω, πληρώνω σε

to deposit money into a bank account, especially for the purpose of saving 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay into
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays into
ενεστώτα μετοχή
paying into
απλός αόριστος
paid into
παθητική μετοχή
paid into
Παραδείγματα
Every month, she pays into her savings account for her dream vacation. 

Κάθε μήνα, καταθέτει χρήματα στον λογαριασμό της αποταμίευσης για τις ονειρεμένες της διακοπές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store