Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to listen out for
[phrase form: listen]
01
ακούω προσεκτικά, παρακολουθώ
to pay attention and try to hear a specific sound that one is expecting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out for
βασικό ρήμα
listen
ενεστώτας
listen out for
γ΄ ενικό πρόσωπο
listens out for
ενεστώτα μετοχή
listening out for
απλός αόριστος
listened out for
παθητική μετοχή
listened out for
Παραδείγματα
The doctor listened out for any abnormalities in the patient's heartbeat.
Ο γιατρός άκουγε προσεκτικά για να εντοπίσει τυχόν ανωμαλίες στον καρδιακό ρυθμό του ασθενούς.



























