Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lead on to
[phrase form: lead]
01
οδηγώ σε, καταλήγω σε
to contribute to something happening in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads on to
ενεστώτα μετοχή
leading on to
απλός αόριστος
led on to
παθητική μετοχή
led on to
Παραδείγματα
The successful experiment is leading on to further research.
Το επιτυχημένο πείραμα οδηγεί σε περαιτέρω έρευνα.



























