to lead on to
lead
li:d
lid
on
ɒn
on
to
tu:
too
lead onto

Ορισμός και σημασία του "lead on to"στα αγγλικά

to lead on to
01

οδηγώ σε, καταλήγω σε

to contribute to something happening in the future 
to lead on to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads on to
ενεστώτα μετοχή
leading on to
απλός αόριστος
led on to
παθητική μετοχή
led on to
Παραδείγματα
The discovery of penicillin led on to a revolution in medicine. 

Η ανακάλυψη της πενικιλίνης οδήγησε σε μια επανάσταση στην ιατρική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store