to lead into
lead
ˈlɛd
led
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "lead into"στα αγγλικά

to lead into
01

οδηγώ σε, μεταβαίνω σε

to transition to a new subject or topic 
to lead into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead into
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads into
ενεστώτα μετοχή
leading into
απλός αόριστος
led into
παθητική μετοχή
led into
Παραδείγματα
The discussion of climate change led into a discussion of renewable energy. 

Η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή οδήγησε σε συζήτηση για ανανεώσιμη ενέργεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store