Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lead into
[phrase form: lead]
01
οδηγώ σε, μεταβαίνω σε
to transition to a new subject or topic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead into
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads into
ενεστώτα μετοχή
leading into
απλός αόριστος
led into
παθητική μετοχή
led into
Παραδείγματα
The book review led into a discussion of the author's other works.
Η κριτική του βιβλίου οδήγησε σε μια συζήτηση για τα άλλα έργα του συγγραφέα.



























