Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lead into
01
οδηγώ σε, μεταβαίνω σε
to transition to a new subject or topic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead into
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads into
ενεστώτα μετοχή
leading into
απλός αόριστος
led into
παθητική μετοχή
led into
Παραδείγματα
The discussion of climate change led into a discussion of renewable energy.
Η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή οδήγησε σε συζήτηση για ανανεώσιμη ενέργεια.



























