to lead into
Pronunciation
/lˈiːd ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "lead into"στα αγγλικά

to lead into
[phrase form: lead]
01

οδηγώ σε, μεταβαίνω σε

to transition to a new subject or topic
to lead into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead into
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads into
ενεστώτα μετοχή
leading into
απλός αόριστος
led into
παθητική μετοχή
led into
Παραδείγματα
The book review led into a discussion of the author's other works.
Η κριτική του βιβλίου οδήγησε σε μια συζήτηση για τα άλλα έργα του συγγραφέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store