Keep in with
volume
British pronunciation/kˈiːp ɪn wɪð/
American pronunciation/kˈiːp ɪn wɪð/

Ορισμός και Σημασία του "keep in with"

to keep in with
[phrase form: keep]
01

κρατώ καλή σχέση με, διατηρώ επαφή με

to maintain a positive relationship or connection with someone, often for personal gain or advantage
to keep in with definition and meaning
example
Example
click on words
He always tries to keep in with the boss to secure promotions.
Πάντα προσπαθεί να κρατώ καλή σχέση με τον αφεντικό για να εξασφαλίσει προαγωγές.
She wanted to keep in with her influential friends in the industry.
Ήθελε να κρατά καλή σχέση με τους επιδραστικούς φίλους της στη βιομηχανία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store