Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep in with
01
διατηρώ καλές σχέσεις με, διατηρώ την επαφή με
to maintain a positive relationship or connection with someone, often for personal gain or advantage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps in with
ενεστώτα μετοχή
keeping in with
απλός αόριστος
kept in with
παθητική μετοχή
kept in with
Παραδείγματα
He always tries to keep in with the boss to secure promotions.
Προσπαθεί πάντα να διατηρεί καλές σχέσεις με το αφεντικό για να εξασφαλίσει προαγωγές.



























