Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep in with
[phrase form: keep]
01
διατηρώ καλές σχέσεις με, διατηρώ την επαφή με
to maintain a positive relationship or connection with someone, often for personal gain or advantage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps in with
ενεστώτα μετοχή
keeping in with
απλός αόριστος
kept in with
παθητική μετοχή
kept in with
Παραδείγματα
He attempts to keep in with his in-laws to have a harmonious family life.
Προσπαθεί να διατηρεί καλές σχέσεις με τα πεθερικά του για να έχει μια αρμονική οικογενειακή ζωή.



























