Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inform on
01
καταγγέλλω, πληροφορώ τις αρχές
to provide information to law enforcement or authorities about someone's actions, particularly illegal or unethical actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
inform
ενεστώτας
inform on
γ΄ ενικό πρόσωπο
informs on
ενεστώτα μετοχή
informing on
απλός αόριστος
informed on
παθητική μετοχή
informed on
Παραδείγματα
He decided to inform on his neighbor, who had been involved in a series of burglaries.
Αποφάσισε να καταγγείλει τον γείτονά του, ο οποίος είχε εμπλακεί σε μια σειρά από κλοπές.



























