Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hoard up
[phrase form: hoard]
01
συσσωρεύω, αποθησαυρίζω
to collect and store a large quantity of something, often valuable or useful items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hoard
ενεστώτας
hoard up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoards up
ενεστώτα μετοχή
hoarding up
απλός αόριστος
hoarded up
παθητική μετοχή
hoarded up
Παραδείγματα
The squirrel would hoard up nuts for the winter in its nest.
Ο σκίουρος συσσωρεύει καρπούς για το χειμώνα στη φωλιά του.



























