hoard up
hoard
ho:rd
χωρντ
up
ʌp
απ
/hˈɔːd ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "hoard up"στα αγγλικά

to hoard up
[phrase form: hoard]
01

συσσωρεύω, αποθησαυρίζω

to collect and store a large quantity of something, often valuable or useful items
to hoard up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hoard
ενεστώτας
hoard up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoards up
ενεστώτα μετοχή
hoarding up
απλός αόριστος
hoarded up
παθητική μετοχή
hoarded up
Παραδείγματα
The squirrel would hoard up nuts for the winter in its nest.
Ο σκίουρος συσσωρεύει καρπούς για το χειμώνα στη φωλιά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store