Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hoard up
01
συσσωρεύω, αποθησαυρίζω
to collect and store a large quantity of something, often valuable or useful items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hoard
ενεστώτας
hoard up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoards up
ενεστώτα μετοχή
hoarding up
απλός αόριστος
hoarded up
παθητική μετοχή
hoarded up
Παραδείγματα
During uncertain times, people tend to hoard up essential supplies like food and water.
Σε αβέβαιες εποχές, οι άνθρωποι τείνουν να συσσωρεύουν απαραίτητες προμήθειες όπως τρόφιμα και νερό.



























