to hoard up
hoard
hɔ:d
hawd
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "hoard up"στα αγγλικά

to hoard up
01

συσσωρεύω, αποθησαυρίζω

to collect and store a large quantity of something, often valuable or useful items 
to hoard up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hoard
ενεστώτας
hoard up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoards up
ενεστώτα μετοχή
hoarding up
απλός αόριστος
hoarded up
παθητική μετοχή
hoarded up
Παραδείγματα
During uncertain times, people tend to hoard up essential supplies like food and water. 

Σε αβέβαιες εποχές, οι άνθρωποι τείνουν να συσσωρεύουν απαραίτητες προμήθειες όπως τρόφιμα και νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store