Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hear from
01
ακούω από, έρχομαι σε επαφή με
to be contacted by a person or an entity, usually by letter, email, or phone call
Transitive: to hear from sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
hear
ενεστώτας
hear from
γ΄ ενικό πρόσωπο
hears from
ενεστώτα μετοχή
hearing from
απλός αόριστος
heard from
παθητική μετοχή
heard from
Παραδείγματα
I hope to hear from my friend soon; we haven't talked in a while.
Ελπίζω να ακούσω από τον φίλο μου σύντομα· έχουμε να μιλήσουμε εδώ και καιρό.



























