Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have down as
01
θεωρώ ως, παίρνω για
to form an opinion, often based on general impressions or assumptions, which may or may not be correct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down as
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have down as
γ΄ ενικό πρόσωπο
has down as
ενεστώτα μετοχή
having down as
απλός αόριστος
had down as
παθητική μετοχή
had down as
Παραδείγματα
She had him down as a professional athlete because of his physique, but he was actually a mathematician.
Τον είχε για επαγγελματία αθλητή λόγω της σωματικής του διάπλασης, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μαθηματικός.



























