Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have down as
[phrase form: have]
01
θεωρώ ως, παίρνω για
to form an opinion, often based on general impressions or assumptions, which may or may not be correct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down as
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have down as
γ΄ ενικό πρόσωπο
has down as
ενεστώτα μετοχή
having down as
απλός αόριστος
had down as
παθητική μετοχή
had down as
Παραδείγματα
People often had the neighborhood down as quiet and peaceful, but it could get quite lively during festivals.
Οι άνθρωποι συχνά είχαν την εντύπωση ότι η γειτονιά ήταν ήσυχη και ειρηνική, αλλά μπορούσε να γίνει αρκετά ζωντανή κατά τη διάρκεια των φεστιβάλ.



























