Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang upon
[phrase form: hang]
01
εξαρτώμαι από, στηρίζομαι σε
to depend on something for a particular outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs upon
ενεστώτα μετοχή
hanging upon
απλός αόριστος
hung upon
παθητική μετοχή
hung upon
Παραδείγματα
Our travel plans hang upon the weather conditions at our destination.
Τα ταξιδιωτικά μας σχέδια εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες στον προορισμό μας.



























