Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang upon
01
εξαρτώμαι από, στηρίζομαι σε
to depend on something for a particular outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs upon
ενεστώτα μετοχή
hanging upon
απλός αόριστος
hung upon
παθητική μετοχή
hung upon
Παραδείγματα
The success of the project will hang upon securing adequate funding.
Η επιτυχία του έργου θα εξαρτηθεί από την εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης.



























