to hang upon
hang
hæng
hāng
u
ə
ē
pon
ˈpɒn
pon

Ορισμός και σημασία του "hang upon"στα αγγλικά

to hang upon
01

εξαρτώμαι από, στηρίζομαι σε

to depend on something for a particular outcome 
to hang upon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs upon
ενεστώτα μετοχή
hanging upon
απλός αόριστος
hung upon
παθητική μετοχή
hung upon
Παραδείγματα
The success of the project will hang upon securing adequate funding. 

Η επιτυχία του έργου θα εξαρτηθεί από την εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store