to gun for
gun
gʌn
gan
for
fɔ:
faw

Ορισμός και σημασία του "gun for"στα αγγλικά

to gun for
01

στοχεύω, επιδιώκω ενεργά

to actively and determinedly pursue a specific goal 
to gun for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
gun
ενεστώτας
gun for
γ΄ ενικό πρόσωπο
guns for
ενεστώτα μετοχή
gunning for
απλός αόριστος
gunned for
παθητική μετοχή
gunned for
Παραδείγματα
He's gunning for a promotion at work and is working hard to impress his superiors. 

Προσπαθεί ενεργά για μια προαγωγή στη δουλειά και εργάζεται σκληρά για να εντυπωσιάσει τους ανωτέρους του.

02

επιδιώκω να βλάψω, στοχεύω

to actively seek to harm or cause trouble for someone 
Παραδείγματα
Ever since their argument, he's been gunning for her, spreading rumors and trying to get her in trouble at work. 

Από τη συζήτησή τους, την στοχεύει, διαδίδοντας φήμες και προσπαθώντας να της δημιουργήσει προβλήματα στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store