Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gun for
[phrase form: gun]
01
στοχεύω, επιδιώκω ενεργά
to actively and determinedly pursue a specific goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
gun
ενεστώτας
gun for
γ΄ ενικό πρόσωπο
guns for
ενεστώτα μετοχή
gunning for
απλός αόριστος
gunned for
παθητική μετοχή
gunned for
Παραδείγματα
The athletes gunned for a spot on the national team in the upcoming trials.
Οι αθλητές στοχεύουν σε μια θέση στην εθνική ομάδα στις επερχόμενες δοκιμές.
02
επιδιώκω να βλάψω, στοχεύω
to actively seek to harm or cause trouble for someone
Παραδείγματα
The disgruntled employee was gunning for his boss by revealing confidential company information.
Ο δυσαρεστημένος εργαζόμενος επιζητούσε να βλάψει το αφεντικό του αποκαλύπτοντας εμπιστευτικές πληροφορίες της εταιρείας.



























