Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go out together
[phrase form: go]
01
βγαίνω μαζί, είμαι σε μια σχέση
to be in a romantic relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out together
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go out together
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes out together
ενεστώτα μετοχή
going out together
απλός αόριστος
went out together
παθητική μετοχή
gone out together
Παραδείγματα
David and Michelle have been happily going out together, sharing common interests and supporting each other's goals.
Ο Ντέιβιντ και η Μισέλ βγαίνουν μαζί ευτυχισμένα, μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα και υποστηρίζουν οι ένας τους στόχους του άλλου.



























