Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go out together
01
βγαίνω μαζί, είμαι σε μια σχέση
to be in a romantic relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out together
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go out together
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes out together
ενεστώτα μετοχή
going out together
απλός αόριστος
went out together
παθητική μετοχή
gone out together
Παραδείγματα
Samantha and James have been going out together for over a year, and their relationship is stronger than ever.
Η Σαμάνθα και ο Τζέιμς βγαίνουν μαζί για πάνω από ένα χρόνο, και η σχέση τους είναι πιο δυνατή από ποτέ.



























