to go out to
go
gəʊ
gew
out
aʊt
awt
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "go out to"στα αγγλικά

to go out to
01

συμπονώ, σκέφτομαι

to have sympathy for someone and hope that they will get through the difficult situation they are in 
to go out to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out to
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go out to
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes out to
ενεστώτα μετοχή
going out to
απλός αόριστος
went out to
παθητική μετοχή
gone out to
Παραδείγματα
Our thoughts go out to the families impacted by the devastating hurricane. 

Οι σκέψεις μας πηγαίνουν προς τις οικογένειες που επηρεάστηκαν από τον καταστροφικό τυφώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store