Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go out to
[phrase form: go]
01
συμπονώ, σκέφτομαι
to have sympathy for someone and hope that they will get through the difficult situation they are in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out to
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go out to
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes out to
ενεστώτα μετοχή
going out to
απλός αόριστος
went out to
παθητική μετοχή
gone out to
Παραδείγματα
Our thoughts and prayers go out to the victims of the recent fire, and we hope they find strength to rebuild.
Οι σκέψεις και οι προσευχές μας πηγαίνουν σε τα θύματα της πρόσφατης πυρκαγιάς, και ελπίζουμε να βρουν τη δύναμη να ξαναχτίσουν.



























