Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go on at
01
συνεχώς να επικρίνει, διαρκώς να παραπονιέται
to keep criticizing or complaining to someone about their behavior, work, or actions
Dialect
British
Transitive: to go on at sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on at
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go on at
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes on at
ενεστώτα μετοχή
going on at
απλός αόριστος
went on at
παθητική μετοχή
gone on at
Παραδείγματα
She goes on at him continually for being late to work.
Τον κριτικάρει συνεχώς για την αργοπορία του στη δουλειά.



























