Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go on at
[phrase form: go]
01
συνεχώς να επικρίνει, διαρκώς να παραπονιέται
to keep criticizing or complaining to someone about their behavior, work, or actions
Dialect
British
Transitive: to go on at sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on at
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go on at
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes on at
ενεστώτα μετοχή
going on at
απλός αόριστος
went on at
παθητική μετοχή
gone on at
Παραδείγματα
She went on at him last week for his poor performance.
Τον κριτικάριε συνεχώς την περασμένη εβδομάδα για την κακή του απόδοση.



























