Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go back to
[phrase form: go]
01
επιστρέφω σε, ξαναρχίζω
to resume or restart an activity that was previously interrupted or discontinued
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back to
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go back to
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes back to
ενεστώτα μετοχή
going back to
απλός αόριστος
went back to
παθητική μετοχή
gone back to
Παραδείγματα
Let's go back to where we left off in the book so we can continue reading.
Ας επιστρέψουμε στο σημείο όπου σταματήσαμε στο βιβλίο για να συνεχίσουμε την ανάγνωση.



























