Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get up to
01
εμπλέκομαι σε, κάνω
to be involved in an activity, often something surprising or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets up to
ενεστώτα μετοχή
getting up to
απλός αόριστος
got up to
παθητική μετοχή
got up to
Παραδείγματα
We used to get up to all sorts of mischief as children.
Συνηθίζαμε να εμπλεκόμαστε σε κάθε είδους σκανταλιές όταν ήμασταν παιδιά.
02
φτάνω σε, καταφέρνω
to reach a certain point or stage in an activity or process
Παραδείγματα
In the game, we got up to level 10 before taking a break.
Στο παιχνίδι, φτάσαμε στο επίπεδο 10 πριν κάνουμε ένα διάλειμμα.



























