Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get up to
[phrase form: get]
01
εμπλέκομαι σε, κάνω
to be involved in an activity, often something surprising or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets up to
ενεστώτα μετοχή
getting up to
απλός αόριστος
got up to
παθητική μετοχή
got up to
Παραδείγματα
She got up to a lot of fun while traveling abroad.
Ασχολήθηκε με πολλή διασκέδαση ενώ ταξίδευε στο εξωτερικό.
02
φτάνω σε, καταφέρνω
to reach a certain point or stage in an activity or process
Παραδείγματα
The movie got up to the exciting climax, and then the power went out.
Η ταινία έφτασε στο συναρπαστικό αποκορύφωμα, και μετά έσβησε το ρεύμα.



























