Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get back into
[phrase form: get]
01
επιστρέφω σε, ξαναμπαίνω σε
to re-engage in an activity or situation after being away from it for some time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back into
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get back into
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets back into
ενεστώτα μετοχή
getting back into
απλός αόριστος
got back into
παθητική μετοχή
gotten back into
Παραδείγματα
After a period of inactivity, she's determined to get herself back into a regular exercise routine.
Μετά από μια περίοδο αδράνειας, είναι αποφασισμένη να επιστρέψει σε μια τακτική ρουτίνα άσκησης.



























