Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gear to
01
προσαρμόζω, κατευθύνω
to change or prepare something so that it suits a specific purpose, situation, or target audience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
gear
ενεστώτας
gear to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gears to
ενεστώτα μετοχή
gearing to
απλός αόριστος
geared to
παθητική μετοχή
geared to
Παραδείγματα
The marketing campaign is geared to raising awareness about the importance of recycling.
Η μάρκετινγκ καμπάνια στοχεύει στην ευαισθητοποίηση για τη σημασία της ανακύκλωσης.



























