Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fish out
01
ανασύρω, βγάζω μετά από αναζήτηση
to take a thing or person out of a place, particularly after searching for them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fish
ενεστώτας
fish out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fishes out
ενεστώτα μετοχή
fishing out
απλός αόριστος
fished out
παθητική μετοχή
fished out
Παραδείγματα
He had to fish out his keys from the bottom of his bag.
Έπρεπε να βγάλει τα κλειδιά του από τον πάτο της τσάντας του.



























