Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fish out
[phrase form: fish]
01
ανασύρω, βγάζω μετά από αναζήτηση
to take a thing or person out of a place, particularly after searching for them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fish
ενεστώτας
fish out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fishes out
ενεστώτα μετοχή
fishing out
απλός αόριστος
fished out
παθητική μετοχή
fished out
Παραδείγματα
Can you fish out a clean towel for me from the linen closet?
Μπορείς να βγάλεις μια καθαρή πετσέτα για μένα από το ντουλάπι των λευκών;



























